Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

in memoria

Μεγαλώνουν οι μέρες και το φως διαρκεί περισσότερο. Τα απογεύματα και τα βράδια δεν είναι πια τόσο ψύχρα. Μύρισε άνοιξη. Γλυκαίνει ο καιρός και μαζί κι η ψυχή μου.
Την Κυριακή πήγα στον τάφο σου στο χωριό, και δίπλα είχαν ανθίσει αγριολούλουδα. Απ' αυτά τα κίτρινα, που μόλις ανοίξει λίγο ο καιρός ξεπετάγονται παντού. Το χώμα είχε "καθίσει", λένε πως στις σαράντα μέρες ο νεκρός αρχίζει να χωνεύεται. Πέρασαν κιόλας σαράντα μέρες, γιαγιά; Απίστευτο μου φαίνεται. Απίστευτο που δεν θα ξαναδώ τις ματάρες σου. Που ο χώρος σου είναι κενός και τα λιγοστά σου ρουχαλάκια διπλωμένα κάτι περιμένουν, αλλά δεν ξέρουν τι. Είπα πως θέλω κάτι δικό σου, κάτι να σε θυμάμαι. Ίσως να πάρω το κομπολογάκι σου.
Είπα να σταματήσω να φοράω όλο μαύρα, να βάλω και κανένα σκούρο τζιν. Ελπίζω να μη νομίζεις πως σε ξεχνώ.
Θέλω να συνεχίσεις να 'ρχεσαι στον ύπνο μου. Μη φοβάσαι - δε φοβάμαι. Θέλω να με προσέχεις, να 'σαι ο φύλακας άγγελος μου. Να μου δίνεις λίγη από τη δύναμη σου.
Ακόμη δεν το πιστεύω, ούτε κι όταν θυμάμαι τις τελευταίες σου στιγμές στην εντατική, κι εκείνο το τελευταίο φιλί που σου δώσαμε όταν πέθανες. Ούτε κι όταν έκλαιγα και σου φώναζα να ξυπνήσεις, μα δεν ξυπνούσες. Ούτε κι όταν θυμάμαι την κηδεία. Νομίζω πως θα πάω στο δωματιάκι σου και θα σε ακούω πάλι να μου λες να μην τρέχω με το αυτοκίνητο και να τρώω καλά. Και να τελειώσω το "πτυχιακό" μου - πάντα έτσι το έλεγες, όσες φορές κι αν είπαμε πως είναι "μεταπτυχιακό". Νομίζω πως θα έρθει πάλι το Σαββατοκυρίακο και θα σου φέρω τη μαμά να τη δεις λίγο. Να το ξέρεις, τα Σαββατοκυρίακα μου είναι άδεια τώρα πια. Ούτε θέλω πια να κάνω διάλειμμα το μεσημέρι από τη δουλειά, γιατί δεν έχω τι να κάνω. Δε μπορώ να έρθω σε σένα.
Χιλιάδες αναμνήσεις, γιαγιά! Όταν πηγαίναμε στα αμπέλια, στις ελιές, στα τεράτσια.. Όταν μέναμε μαζί στο χωριό για μήνες. Όταν με έστελνες στο Συνεργατικό να πιάσω γάλα, ψωμί "και ότι άλλο θέλεις". Οι κουτσομπόλες του χωριού.. Όταν κάναμε το σιουσιούκκο και τον ππαλουζέ και τις φλαούνες και το ψωμί. Όταν πλέκαμε.. Ο παππούς που πάντα όταν πήγαινε στον καφενέ μας έφερνε γαριδάκια, τα κόκκινα του Χαραλάμπους. Το σπίτι σου και το σπίτι μας στο χωριό, που τώρα ερήμωσαν. Εκείνος ο κυρ-Μέντιος κοντά στο σπίτι σου... Το σχολείο του χωριού.. Το μυστικό σου παράθυρο στο σπίτι, που όταν περνούσαμε από μέσα βγαίναμε στον αποπάνω δρόμο.. Το μικρό φωτάκι μπροστά από το εικόνισμα που μας άναβες όταν κοιμόμασταν σπίτι σου για να μην κοιμόμαστε στα σκοτεινά.. Ο καφές βουττί :) Η αγκαλιά σου, και οι ματάρες σου - ένα βαθύ γαλανό που διαπερνούσε τα πάντα. Η αγάπη σου - όταν αρρώστησε η μαμά πήρες το ρόλο της! Γιατί ήξερες κι εσύ πώς είναι, αφού ορφάνεψες από δυο χρονών..
Νιώθω ευλογημένη, γιαγιά. Μόνο και μόνο που με αγάπησες τόσο πολύ και που μου έδωσες θησαυρό τις αναμνήσεις να μου ζεσταίνουν την καρδιά τις νύχτες που θα νιώθω παγωμένη και μόνη. Νιώθω χαρούμενη, γιατί έφυγες με ανθρώπους γύρω σου να σε αγαπούν. Πέρασες πολλά στη ζωή σου, αλλά ήσουν πάντα γενναία. Λίγη απο τη δύναμη σου να μου έδινες, γιαγιά...
Ο άλλος ο παππούς, μου έλεγε πως για σαράντα μέρες οι ψυχές περιπλανιούνται στους τόπους που έζησαν. Και μετά κάνουν το μεγάλο ταξίδι. Αν είναι αλήθεια αυτά που λένε για τον Παράδεισο και την Κόλαση, δεν έχω καμιά αμφιβολία για το που θα πάει η δική σου ψυχή.
Θα μου λείψεις, γιαγιά. Να το ξέρεις, θα 'ρχομαι στο χωριό να τα λέμε. Καλή αντάμωση.