Κυριακή, 10 Αυγούστου 2008

όταν αρρώστησες

Έμαθα ότι αρρώστησες. Κι έχασα τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου. Νιώθω τόσο μεγάλο πόνο στην ψυχή μου. Κουλουριάστηκε σε μια γωνιά και γυρεύει να ζεσταθεί. Η προσμονή του τέλους είναι τρομερή. Φοβίζει την ψυχή μου μέχρι θανάτου. Νιώθω τόσο αδύναμη, τόσο ανήμπορη μπροστά στην αρρώστια. Αχ, αν μπορούσα θα σ’ άρπαζα και θα σε κρατούσα σφιχτά να μη μου φύγεις, μα εσύ μου γλιστράς και τρέχεις ολοταχώς προς το τέλος.
Πού να πω πόσο πονάω; Δε θέλω να μάθει κανείς… δεν αφορά κανέναν! Γιατί ο κόσμος είναι σκληρός. Σου δείχνει πως σε συμπονά, αλλά περιμένει να σε κατασπαράξει. Όταν γυρίσεις την πλάτη, θα κουτσομπολέψει αυτό που περνάς. Και θα το μάθουν κι άλλοι.. κι άλλοι.. κι άλλοι. Κι ίσως να πουν «τους κακόμοιρους», αλλά μέσα τους χαίρονται που δεν είναι αυτοί στη θέση σου. Κι ύστερα από λίγο, γυρνάνε την πλάτη αδιάφορα και συνεχίζουν τη ζωούλα τους. Και συνεχίζεις κι εσύ, πιο μόνος από πριν, πιο λυπημένος, πιο καχύποπτος πια.
Έπρεπε να έρθει η αρρώστια για να καταλάβω ότι η κάθε στιγμή είναι πολύτιμη, όταν δεν ξέρεις πόσο χρόνο έχεις. Πόσο ποιοτικό χρόνο έχεις. Ίσως η αρρώστια να είναι και κάποιου είδους ευεργεσία στην αντίθετη όψη της. Μήπως θα ήταν καλύτερα να σκοτωνόσουν σ’ ένα ατύχημα; Ξαφνικά, απροσδόκητα, χωρίς να το περιμένει κανείς;… ενώ τώρα, έχεις και κάποιο χρόνο να προετοιμαστείς. Να κλείσεις τους ανοιχτούς λογαριασμούς σου στη γη. Να πεις το «σ’ αγαπώ» και να βγαίνει από τα βάθη της ψυχής σου.
Κοιτάω το πρόσωπο σου το αγαπημένο κι αναρωτιέμαι πόσο καιρό ακόμα θα μπορώ να το βλέπω. Το κοιτάζω και το αποτυπώνω βαθιά στο μυαλό μου, να μην μπορέσει να το αγγίξει ποτέ ο χρόνος. Κι ανοίγω την αγκαλιά μου, και προσπαθώ να σου δώσω μαζεμένη όση αγάπη μπορώ. Δεν ξέρω αν εκεί που θα πας θα την πάρεις μαζί σου, αν οι ψυχές έχουν μνήμη. Δεν ξέρω τίποτα πια.
Μόνο όσοι έκαναν μαζί με κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο την διαδρομή προς το τέλος, αργά και βασανιστικά, μπορούν να καταλάβουν αυτό το συναίσθημα. Να χάνεις το αγαπημένο σου πρόσωπο μέσ’ απ’ τα χέρια σου και να μη μπορείς να κάνεις τίποτα! Μη χαθείς σε παρακαλώ.. είμαι μικρή ακόμα. Σ’ έχω ανάγκη.
Κι όμως. Δεν θα με δεις ποτέ να κλαίω. Δε θα σ’ αφήσω. Παίζω τον παλιάτσο όλη μέρα, χαμογελάω, δείχνω ξέγνοιαστη και ανέμελη. Δε θέλω να σου προσθέσω και τη δική μου λύπη. Σε παρηγορώ και ας μην πιστεύω αυτά που λέω. Ξέρω πως μια καλή κουβέντα μπορεί να παρηγορήσει τον άλλο και μια κακή μπορεί να τον στείλει στην άβυσσο. Μα τις νύχτες που πέφτω να κοιμηθώ ζωντανεύουν οι χειρότεροι εφιάλτες μου. Με κυνηγάνε όλ’ αυτά που ξέρω πως θα γίνουν και με τρομάζουν κι όλ’ αυτά που θα μπορούσαν να είναι πολύ καλύτερα αλλά δεν είναι. Με κυνηγάει η ελπίδα μου που τη σκότωσα πια. Με κυνηγάει η πρώτη μέρα που έμαθα.
«Μην πεις τον άλλο ευτυχισμένο επειδή τον βλέπεις να χαμογελά… υπάρχουν και άλλα δάκρυα που κυλούν βαθιά στην καρδιά του και αυτά είναι που πονούν πιο πολύ!» Ψάχνω να βρω λίγη γαλήνη!... Πουλάνε πουθενά; Πάρτε και για μένα...
Ανόητε άνθρωπε, που νομίζεις ότι μπορείς να εξουσιάζεις τα πάντα, ότι μπορείς να αγοράσεις τα πάντα με τα λεφτά σου. Την υγεία δεν μπορείς να την εξαγοράσεις…
είναι κείμενο τριών χρόνων κι όμως κάποιες φορές μοιάζει να πονάει το ίδιο.
αφιερωμένο στο πρόσωπο που αγάπησα πιο πολύ στη ζωή μου.

1 σχόλιο:

  1. έχει συνέχεια σαν κείμενο

    ευαισθησία και κυνισμό

    και μερικές φορές δεν ξεχωρίζω τα δύο


    ΚΑΛΗ ΑΡΧΗ

    ΑπάντησηΔιαγραφή