Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010

in memoria

Μεγαλώνουν οι μέρες και το φως διαρκεί περισσότερο. Τα απογεύματα και τα βράδια δεν είναι πια τόσο ψύχρα. Μύρισε άνοιξη. Γλυκαίνει ο καιρός και μαζί κι η ψυχή μου.
Την Κυριακή πήγα στον τάφο σου στο χωριό, και δίπλα είχαν ανθίσει αγριολούλουδα. Απ' αυτά τα κίτρινα, που μόλις ανοίξει λίγο ο καιρός ξεπετάγονται παντού. Το χώμα είχε "καθίσει", λένε πως στις σαράντα μέρες ο νεκρός αρχίζει να χωνεύεται. Πέρασαν κιόλας σαράντα μέρες, γιαγιά; Απίστευτο μου φαίνεται. Απίστευτο που δεν θα ξαναδώ τις ματάρες σου. Που ο χώρος σου είναι κενός και τα λιγοστά σου ρουχαλάκια διπλωμένα κάτι περιμένουν, αλλά δεν ξέρουν τι. Είπα πως θέλω κάτι δικό σου, κάτι να σε θυμάμαι. Ίσως να πάρω το κομπολογάκι σου.
Είπα να σταματήσω να φοράω όλο μαύρα, να βάλω και κανένα σκούρο τζιν. Ελπίζω να μη νομίζεις πως σε ξεχνώ.
Θέλω να συνεχίσεις να 'ρχεσαι στον ύπνο μου. Μη φοβάσαι - δε φοβάμαι. Θέλω να με προσέχεις, να 'σαι ο φύλακας άγγελος μου. Να μου δίνεις λίγη από τη δύναμη σου.
Ακόμη δεν το πιστεύω, ούτε κι όταν θυμάμαι τις τελευταίες σου στιγμές στην εντατική, κι εκείνο το τελευταίο φιλί που σου δώσαμε όταν πέθανες. Ούτε κι όταν έκλαιγα και σου φώναζα να ξυπνήσεις, μα δεν ξυπνούσες. Ούτε κι όταν θυμάμαι την κηδεία. Νομίζω πως θα πάω στο δωματιάκι σου και θα σε ακούω πάλι να μου λες να μην τρέχω με το αυτοκίνητο και να τρώω καλά. Και να τελειώσω το "πτυχιακό" μου - πάντα έτσι το έλεγες, όσες φορές κι αν είπαμε πως είναι "μεταπτυχιακό". Νομίζω πως θα έρθει πάλι το Σαββατοκυρίακο και θα σου φέρω τη μαμά να τη δεις λίγο. Να το ξέρεις, τα Σαββατοκυρίακα μου είναι άδεια τώρα πια. Ούτε θέλω πια να κάνω διάλειμμα το μεσημέρι από τη δουλειά, γιατί δεν έχω τι να κάνω. Δε μπορώ να έρθω σε σένα.
Χιλιάδες αναμνήσεις, γιαγιά! Όταν πηγαίναμε στα αμπέλια, στις ελιές, στα τεράτσια.. Όταν μέναμε μαζί στο χωριό για μήνες. Όταν με έστελνες στο Συνεργατικό να πιάσω γάλα, ψωμί "και ότι άλλο θέλεις". Οι κουτσομπόλες του χωριού.. Όταν κάναμε το σιουσιούκκο και τον ππαλουζέ και τις φλαούνες και το ψωμί. Όταν πλέκαμε.. Ο παππούς που πάντα όταν πήγαινε στον καφενέ μας έφερνε γαριδάκια, τα κόκκινα του Χαραλάμπους. Το σπίτι σου και το σπίτι μας στο χωριό, που τώρα ερήμωσαν. Εκείνος ο κυρ-Μέντιος κοντά στο σπίτι σου... Το σχολείο του χωριού.. Το μυστικό σου παράθυρο στο σπίτι, που όταν περνούσαμε από μέσα βγαίναμε στον αποπάνω δρόμο.. Το μικρό φωτάκι μπροστά από το εικόνισμα που μας άναβες όταν κοιμόμασταν σπίτι σου για να μην κοιμόμαστε στα σκοτεινά.. Ο καφές βουττί :) Η αγκαλιά σου, και οι ματάρες σου - ένα βαθύ γαλανό που διαπερνούσε τα πάντα. Η αγάπη σου - όταν αρρώστησε η μαμά πήρες το ρόλο της! Γιατί ήξερες κι εσύ πώς είναι, αφού ορφάνεψες από δυο χρονών..
Νιώθω ευλογημένη, γιαγιά. Μόνο και μόνο που με αγάπησες τόσο πολύ και που μου έδωσες θησαυρό τις αναμνήσεις να μου ζεσταίνουν την καρδιά τις νύχτες που θα νιώθω παγωμένη και μόνη. Νιώθω χαρούμενη, γιατί έφυγες με ανθρώπους γύρω σου να σε αγαπούν. Πέρασες πολλά στη ζωή σου, αλλά ήσουν πάντα γενναία. Λίγη απο τη δύναμη σου να μου έδινες, γιαγιά...
Ο άλλος ο παππούς, μου έλεγε πως για σαράντα μέρες οι ψυχές περιπλανιούνται στους τόπους που έζησαν. Και μετά κάνουν το μεγάλο ταξίδι. Αν είναι αλήθεια αυτά που λένε για τον Παράδεισο και την Κόλαση, δεν έχω καμιά αμφιβολία για το που θα πάει η δική σου ψυχή.
Θα μου λείψεις, γιαγιά. Να το ξέρεις, θα 'ρχομαι στο χωριό να τα λέμε. Καλή αντάμωση.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Η δυστυχία του να είμαι φιλόλογος

Γράφω και σβήνω, γράφω και σβήνω, γράφω και σβήνω. Σαν παιδάκι δημοτικού που προσπαθεί να γράψει έκθεση και το διορθώνει συνέχεια η μαμά του. Στην περίπτωση μας, και το παιδάκι και η μαμά είμαι εγώ. Η διαστροφή του επαγγέλματος - έχοντας σπουδάσει φιλόλογος, εξετάζω την κάθε πρόταση που λέω, την ίδια ώρα που τη λέω, συντακτικά κυρίως, αλλά και λεξιλογικά και γραμματολογικά. Και την κάθε πρόταση που γράφω την κρίνω - και όσον αφορά τα πιο πάνω επίπεδα αλλά και υφολογικά καθώς και για το αν έχει λογοτεχνική αξία. (πολύ ακαδημαϊκό εκείνο το "όσον αφορά" - fuck).
Παλιά έγραφα πάρα πολύ, γέμιζα ολόκληρα τετράδια με ποιήματα και παραμύθια και φιλοδοξούσα μια μέρα να γίνω μεγάλη συγγραφέας. Σήμερα αναρωτιέμαι πού στο καλό πήγε εκείνο το όνειρο και εκείνο το "ταλέντο" - που σύμφωνα με τους δασκάλους μου υπήρχε.
Νομίζω πως το ακαδημαϊκό γράψιμο σε συνδυασμό με την ανάλυση κειμένων (κάτι που κατεξοχήν γίνεται στις σπουδές φιλολογίας) σκοτώνουν το λογοτεχνικό γράψιμο και σου αφαιρούν τη δυνατότητα να γράψεις κάτι χωρίς να το κριτικάρεις συνεχώς. Και πραγματικά, είναι δύσκολο συναίσθημα, ειδικά επειδή είχα συνηθίσει να εκτονώνομαι με αυτό τον τρόπο. Με παρόμοιο τρόπο, δε μπορώ να διαβάσω λογοτεχνικά βιβλία. Παλιά διάβαζα πάρα πολύ, οι ομαδάρχισσες μου στην κατασκήνωση με θυμούνται να ξυπνάω τη νύχτα και να παίρνω ένα φακό και να διαβάζω στα σκοτεινά. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι που πήγα πανεπιστήμιο. Τότε επικεντρώθηκα στα ακαδημαϊκού τύπου βιβλία και δε μπορούσα εύκολα πια να παρακολουθήσω την πλοκή ενός βιβλίου.
ΠΑΡΑΝΟΙΑ.
Αγαπώ πολλά το μάστερ μου, αλλά εν θέλω να μεν τα καταφέρω να ξαναγράψω για ούλλη μου τη ζωή. Εν θέλω πλέον (τόσο πολλά) να εκδώσω βιβλίο - εν πειράζει αν δεν τα καταφέρω. Αλλά θέλω να τα καταφέρω να γράψω μια πρόταση και να συγκινήσω τουλάχιστον ένα πλάσμα. Θέλω να νιώσω ότι μπορώ να ξαναπιάσω την πένα (ας είναι και το πληκτρολόγιο) και να τα καταφέρω να τους δώσω λίγη από την ένταση που έχω μέσα μου. Διαβάζοντας το blog μου σκέφτομαι πως είμαι πολλά νερόβραστη. Is that the best I can do??? Then I'd better stop writing. (το code switching έχει εντοπισμένες πραγματολογικές λειτουργίες, οι οποίες δε μπορούν για λόγους συντομίας να αναλυθούν στο παρόν post).
Πού είναι ο ρομαντισμός που έχω - πού φαίνεται στο blog μου; (Η Χιονάτη κι εγώ είμαστε, ακόμα περιμένουμε τον πρίγκηπα. Αν τον δείτε, δώστε του ένα χάρτη να μας έβρει). Πού είναι όλες οι εικόνες που φτιάχνω με τη φαντασία μου; Πού είναι τα λόγια; Κάπου τα έχασα στο δρόμο; Γιατί δε μπορώ να φτιάξω με λόγια πλέον τις εικόνες;
ΠΑΡΑΝΟΙΑ.
Μπορεί να φταίει και ο ελάχιστος ελεύθερος χρόνος - βλέπεις το μεταπτυχιακό σε συνδυασμό με full time δουλειά ένεν εύκολο πράμα. Αλλά και το καλοκαίρι που είχα άπλετο ελεύθερο χρόνο, εν εμπορούσα να γράψω. Με έτρωγαν τα άγχη για το μέλλον. Τώρα που τακτοποιήθηκαν όλα και μπήκαν σε μια σειρά, εν έχω χρόνο. Και όταν έχω χρόνο, δεν έχω έμπνευση.
Τζιενγκιές.

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

Με καλή διάθεση!

Τρέχω με το μάστερ για τις εργασίες μου αλλά είναι πολύ δημιουργικό και μου αρέσει πάρα πολύ. Άμα σε ενθουσιάζει και το θέμα, όπως εμένα...! Μέχρι που σκέφτομαι να το συνεχίσω και σε διδακτορικό! Ίσως έτσι να τα καταφέρω να μπω νωρίτερα σε μια τάξη... Μια χαρά είναι η δουλειά στην εταιρεία, αλλά το συναίσθημα του να διδάσκεις δε συγκρίνεται με τίποτα άλλο στον κόσμο. Αλλά και το να διδάσκεσαι. Ξέρω ότι ακούγομαι εξωγήινη, αλλά προχτές που πήγα πανεπιστήμιο (ήταν και Σάββατο, είχαμε αναπλήρωση) ένιωθα πολλά χαρούμενη που είμαι ξανά μέλος μιας ακαδημαϊκής κοινότητας. Ένιωθα ότι ήμουν ακριβώς εκεί που έπρεπε να είμαι.
Λες να τα μπερδεύω, και επειδή δεν έχω γκόμενο, να κάνω γκόμενο το διάβασμα; Μπα... Επειδή το έχω ξαναπεράσει, νομίζω δε μπορείς να τα συγκρίνεις. Είναι εντελώς άλλη αίσθηση. Και δεν είναι πως θυσιάζω την προσωπική ζωή για το διάβασμα ή τη δουλειά. Απλά δεν έχω γνωρίσει κάποιον να με ενθουσιάσει, να με συναρπάσει. Να με κάνει να νιώσω δυνατά. Άμα βρεθεί αυτός ο κάποιος, σίγουρα θα βρεθεί χρόνος στο πρόγραμμα και γι' αυτόν.
Το μόνο που μου λείπει είναι να βγάλω τα σιδεράκια! Μου είπαν πιθανότατα μέχρι τον Απρίλη, κι εγώ άρχισα να μετρώ αντίθετα τις μέρες. Θέλω αυτό το χαμόγελο της Colgate νωρίτερα! (Φαντάσου να έβαζα τα γκρίζα τι θα γινόταν).
Χτες βρέθηκα με κάποιες παλιές φίλες. Δεν μπορώ να περιγράψω το πόσο οικεία και άνετα ένιωσα. Είπαμε τα δικά μας, γελάσαμε με την καρδιά μας. Καθαρά, φωτεινά βλέμματα. Μάτια που γελάνε. Χωρίς σκιές παρεξηγήσεων. Πόσο το ευχαριστήθηκα, δε μπορώ να σου περιγράψω.
Μωρά που είσαστε στις Ελλάδες και τις Αγγλίες και τα λοιπά εξωτερικά. Ελάτε γρήγορα Κύπρο γιατί κόντεψαν τα Χριστούγεννα. Θέλω να πάμε σε ένα καφέ με τζάκι και να πιούμε ζεστή σοκολάτα. Τι να κάνω, μου έχει λείψει αυτή η εικόνα του χειμώνα.

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009

Σε μια αγαπημένη φίλη

(Το κείμενο αυτό στριφογυρίζει στο μυαλό μου από το καλοκαίρι - το γράφω για να το ξορκίσω).


Μου είπες ότι δε μπορούσες να μ’ εμπιστευτείς γιατί θα ήμουν για σένα η φωνή της λογικής. Και τι μ’ αυτό; Αυτό με κάνει λιγότερο καλή φίλη; Με κάνει λιγότερο ικανή να κλαίω και να γελάω μαζί σου; Να ζω τις αγωνίες σου; Αν μου ζητήσεις συμβουλή και στη δώσω, λέγοντας σου τι συνέπειες θα έχει κάτι, αυτό σημαίνει πως σε κριτικάρω; Νόμιζα πως αυτό είναι ένα από τα βασικά συστατικά της φιλίας – να σου επισημαίνει ο φίλος σου κάτι που μπορεί να μη βλέπεις εσύ.

Μα κι εσύ δεν ήσουν – και είσαι ακόμα – η φωνή της λογικής για όλους τους φίλους σου; Και για μένα; Εσύ δεν ήσουν που μου επισήμαινες – πάντα με τρόπο βέβαια, αλλά το έκανες – τι είναι σωστό και τι λάθος, τι είναι τρέλα και τι φρονιμάδα; Εσύ δεν είσαι που λες στους φίλους σου τι είναι σωστό, ακόμα κι αν τους πειράζει, αφού είναι η αλήθεια;

Με είδες ποτέ να κριτικάρω τους φίλους μου για τις επιλογές τους; Όσο έξω κι αν είναι αυτές από τη δική μου ζωή. Με άκουσες να το κάνω, έστω και για έναν; Ίσως και να το έχω κάνει και να μη θυμάμαι βέβαια, δεν διεκδικώ το αλάθητο. Με είδες ποτέ να μη στηρίζω κάποιο φίλο μου ή να χάνομαι από τη ζωή του γιατί δε συμφωνώ με τις επιλογές του;

Ακόμα αναρωτιέμαι – και βασανίζομαι – τι έκανα για να μη μπορείς να μ’ εμπιστευτείς, ενώ εγώ σου εμπιστευόμουνα τα πάντα. Κι ενώ εσύ είχες καλλιεργήσει πρώτη αυτό το κλίμα – να είμαστε αδερφές, να λέμε τα πάντα, να αγαπάμε η μία την άλλη απεριόριστα. Προσωπικά, ακόμα σε αγαπώ σαν αδερφή μου – κι ας μη μπορούμε να έχουμε τη σχέση που είχαμε πριν.

Όλα όμως στη ζωή προχωράνε μπροστά. Δε θέλω δυσάρεστες συζητήσεις και δυσάρεστη ατμόσφαιρα. Είχαμε αρκετά απ’ αυτά. Το ξέρεις πως σου έδωσα την ευκαιρία και το χρόνο να το συζητήσεις, μα δεν ήθελες. Δεν πειράζει. Δε μπορείς να συνεχίζεις μια φιλία – όσο στενή και δυνατή κι αν ήταν κάποτε – αν δεν θέλουν και τα δύο μέρη. Δεν είναι ότι θα κόψουμε και τα τυπικά και θα απομακρυνθούμε – άλλωστε οι κοινές μας παρέες δεν θα μας αφήσουν.

Θα πηγαίνουμε για καφέ, θα γελάμε, θα λέμε τα νέα μας – τα τυπικά, όπως με τους περισσότερους φίλους μας, και τα θέματα καρδιάς θα τ’ αφήνουμε για τους άλλους «καρδιακούς φίλους». Το ξεκίνησες εσύ, το συνεχίζω κι εγώ - όσο σκληρό και δύσκολο κι αφύσικο κι αν μου φαίνεται. Life goes on, έννεν; Άλλωστε τι έχει να σκεφτεί ένα άτομο με πολλούς φίλους όπως εσύ; Χάνεις έναν φίλο καρδιακό, έχεις πολλούς άλλους να αναπληρώσεις το κενό. Τα άτομα που δύσκολα σχετίζονται έχουν το πρόβλημα.

Viva la independencia.

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2009

I don't need a shrink - I'll do a PHD instead.

Το Σαββατοκυρίακο που μας πέρασε, διάβασα πολύ. Διάβασα πάρα πολύ για την ακρίβεια, ώρες ολόκληρες, για να βγάλω ένα αγγλικό άρθρο που είχα για παρουσίαση, να διαβάσω τις παραδόσεις της βδομάδας, να ξεκινήσω μια άλλη εργασία κι ένα ελληνικό άρθρο. Δεν σήκωσα κεφάλι από τα βιβλία. Δεν βγήκα καθόλου από το σπίτι παρά μόνο για να πάω στη γιαγιά μου. Και ακόμα κι εκεί διάβαζα.
Μπορεί να το ονομάσεις διαστροφή. Μπορεί και να είναι. Βέβαια, από μια οπτική, δεν είχα άλλη λύση: αφού δουλεύω και παράλληλα κάνω μεταπτυχιακό, η μόνη στιγμή να διαβάσω είναι το Σ/Κ. Από την άλλη, θα μπορούσα να μην κάνω το διάβασμα όπως το έκανα, να τα διαβάσω όπως – όπως και να πάω τουλάχιστον κάπου έξω το Σάββατο το βράδυ.
Όμως – παρόλο που παραπονιόμουν – δεν ήθελα. Ήθελα να μείνω να τελειώσω τη δουλειά που έπρεπε. Κοιμήθηκα πολύ λίγο όλο το Σ/Κ και πήγα τη Δευτέρα στη δουλειά με μαύρους κύκλους που προσπαθούσα να καλύψω με concealer. Μα ήμουν ευτυχισμένη. Γεμάτη. Χαρούμενη. Γιατί τις ώρες εκείνες που βυθίστηκα στο άρθρο, βυθίστηκα σ’ ένα πεδίο της επιστήμης μου που μου αρέσει πάρα πολύ. Και μαζί μπήκα σ’ ένα δικό μου κόσμο όπου ένιωθα δημιουργική. Κι αφού ήμουν δημιουργική και χαρούμενη, ένιωθα προστατευμένη. Οι δαίμονες μου πια δε μπορούσαν να με αγγίξουν. Τους έβλεπα γύρω μου να γελάνε, να γελάνε – και γέλαγα κι εγώ μαζί τους. Γιατί δε μπορούσαν πια να με τρελάνουν.
Αυτό το μεταπτυχιακό – που το κάνω παράλληλα με δουλειά και είναι πολύ κουραστικό- είναι η σωτηρία μου. Είναι η σανίδα μου να γαντζωθώ στη ζωή χωρίς να ζω μες την κατάθλιψη, όπως ήμουν το καλοκαίρι, που δεν είχα τίποτα να κάνω και οι σκέψεις με είχαν διαλύσει. Είναι ο τρόπος μου να είμαι χαρούμενη. Γιατί έρχονται κάτι μέρες που, όσο δυνατή και να θέλω να πιστεύω ότι είμαι, λυγίζω. Κάποιες μέρες θα ‘θελα να μπορούσα να έκανα κάτι να πάρω μακριά της την αρρώστια. Και η συνειδητοποίηση πως είμαι εντελώς ανίσχυρη με γονατίζει. Με πικραίνει. Και δεν θέλω να με ποτίσει η πικρία, να με κάνει αρνητική, να με κάνει απαράδεκτη. Μ’ έχει κάνει ήδη πιο σκληρή – κι αυτό είναι αρκετό.
Πού ξέρεις, μπορεί μια μέρα να κάνω και PHD.

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009

Άρλεκιν

Αυτό το καλοκαίρι διάβασα Άρλεκιν, μετά από καιρό.
Τα Άρλεκιν τα είχα ανακαλύψει πολύ μικρή, στο σπίτι της θείας μου. Ήμουν δευτέρα ή τρίτη Δημοτικού και διάβαζα πια με άνεση. Όταν είχα μάθει να διαβάζω ένιωθα τόσο ευτυχισμένη, που ό,τι έβρισκα μπροστά μου το ξεκοκάλιζα. Κάπως έτσι "μορφώθηκα" για πρώτη φορά για το σεξ. Βέβαια, η θεία μου, όταν ανακάλυψε ότι διάβαζα ¨αυτά τα πράγματα" τα εξαφάνισε από προσώπου γης. Μέχρι σήμερα, που είμαι μεγάλη κοπέλα πια και περάσαμε και από τη θεωρία στην πράξη -και τα λέμε κιόλας με τη θεία μου, καθότι είναι η πιο μικρή και η πιο αγαπημένη μου θεία- τα βιβλία αυτά είναι άφαντα.
Ξέφυγα όμως από αυτό που θέλω να πω. Φέτος το καλοκαίρι στο νησί, η άλλη φίλη μου που ήταν μαζί είχε φέρει Άρλεκιν να διαβάσει! Κι έτσι για την πλάκα, τα ξανάπιασα κι εγώ στα χέρια μου. Και κάπου εκεί συνειδητοποίησα πώς αυτά τα βιβλία, εμάς τις γυναίκες μας "καταστρέφουν"!
Στα Άρλεκιν, αν ο άντρας έχει χωρίσει με τη γυναίκα, και ο στόχος του βιβλίου είναι να περιγράψει το πώς θα τα ξαναβρούν, τότε δεν την έχει ξεχάσει ποτέ, δεν κατόρθωσε να κάνει μια αξιοπρεπή σχέση μετά που χώρισαν, πήγαινε με άλλες και σκεφτόταν ακόμα εκείνη, ανάσαινε το άρωμα της στο μαξιλάρι του και πάει λέγοντας. Μη γίνω κυνική.
Στα Άρλεκιν ο άντρας είναι πολύ εκφραστικός όσον αφορά τα συναισθήματα του. Λέει σ' αγαπώ με μεγάλη ευκολία - κι ακόμα κι όταν έχουμε να κάνουμε με περίπτωση κλειστού ατόμου, θα ξεπεράσει σίγουρα τα όρια του για να εκφράσει την αγάπη του.
Στα Άρλεκιν δεν υπάρχουν απιστίες. Όλα αποδεικνύονται στο τέλος να ήταν μια άθλια παρεξήγηση, που χώρισε ένα ερωτευμένο και τρισευτυχισμένο ζευγάρι.
Στα Άρλεκιν, και οι δύο πρωταγωνιστές της ιστορίας έχουν τέλειο σώμα, που το έτερον ήμισυ το σκέφτεται συνέχεια και κολάζεται και δε μπορεί να κοιμηθεί.
Στα Άρλεκιν υπάρχει πάντα happy end. Όλα τα εμπόδια στο τέλος ξεπερνιούνται, η αγάπη τα νικά όλα.
Στα Άρλεκιν.
Bullshit.
Μπορεί δύο άνθρωποι να ταιριάζουν αλλά η τύχη και οι συνθήκες να τους έχουν χωρίσει. Και να μην ξαναβρεθούν. Ποτέ. Μπορεί ένας άνθρωπος να είναι τρελά ερωτευμένος με κάποιον, αλλά ο άλλος να μη μπορεί να ανταποδώσει τα συναισθήματα. Μπορεί.... χίλια μπορεί. Πάντως η ζωή δεν αντιγράφει τα Άρλεκιν.
Αφήστε μας, σας παρακαλώ, κι εμάς τις κανονικές γυναίκες να ζήσουμε τη ζωή μας φυσιολογικά. Χωρίς τις υπερβολικές προσδοκίες για ένα τέλειο άλλο μισό και μια καρμική σχέση. Πράγματα που δεν υπάρχουν. Γιατί ο τέλειος άνθρωπος δεν υπάρχει. Η τέλεια σχέση δεν υπάρχει. Όλα θέλουν και κόπο, και προσπάθεια, και συμβιβασμούς.
Δε θέλω να είσαι ένας πρίγκηπας από τα Άρλεκιν. Θέλω μόνο να με κλείνεις στην αγκαλιά σου και να νιώθω σιγουριά.
Ζητάω πολλά;